Κυριακή, 9 Ιουλίου 2017

Πώς είναι να μην έχεις πάει φαντάρος

Οι 'εμπειρίες' από το στρατό ενός ανθρώπου που δεν έχει υπηρετήσει θητεία.

Για να μην έχεις πάει στρατό δύο είναι τα τινά, είτε έχει συμβεί κάτι πολύ δυσάρεστο στη ζωή σου, είτε είχες πολύ μεγάλο βύσμα. Εγώ, βύσμα δεν είχα. Παρόλα αυτά, όταν πήρα το Ι5 στα χέρια μου, ήταν το μόνο έγγραφο που σκέφτηκα σοβαρά να κορνιζάρω πάνω από το γραφείο, όπως άλλοι έκαναν με το Proficiency και τα πτυχία του Πανεπιστημίου. Γιατί το να μην έχεις πάει φαντάρος, πέρα του ότι κερδίζεις ένα χρόνο ζωής, σε κάνει να ξεχωρίζεις.

Η ολιγόωρη θητεία μου

Το ότι δεν έχω κάνει θητεία δεν σημαίνει ότι δεν έχω καμία επαφή με το στρατό. Το 2009, όταν έκοψα την αναβολή με προοπτική να πάρω Ι5, λόγω ενός αυτοάνοσου νοσήματος που με βασάνιζε εκείνο τον καιρό, παρουσιάστηκα στο στρατόπεδο τεθωρακισμένων Αυλώνα μαζί με την μητέρα μου. Την άφησα στην πύλη μαζί με τους γονείς των υπόλοιπων νεοσύλλεκτων και μπήκα σ' ένα λεωφορείο με προορισμό ένα γραφείο στο οποίο θα μας έπαιρναν τα στοιχεία και θα αποφάσιζαν το κατά πόσο ήμασταν στρατεύσιμοι ή όχι.

Λίγα λεπτά αργότερα, στεκόμουν μπροστά σε τρεις συνομηλίκους μου, 'παλιούς' στο στρατό οι οποίοι έπαιρναν τα στοιχεία μου μέσα από μια συνέντευξη αντίστοιχη μ' αυτές που κάνουν πριν σε προσλάβουν σε μία δουλειά. Όταν άρχισα να τους μιλάω για τα πτυχία μου από το Πανεπιστήμιο κι από τις ξένες γλώσσες, που θεωρούσα πως δεν διέφεραν ιδιαίτερα από αυτά του τότε μέσου εικοσιπεντάρη, με κοιτούσαν με τέτοιο τρόπο -εξαιτίας όσων ακραίων είχαν ακούσει στη θητεία τους, όπως θα αντιλαμβανόμουν αργότερα- που μ' έκανε να αισθανθώ πρύτανης στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.

Ένα βλέμμα μου στα δεξιά και συγκεκριμένα στον Ρομά που περνούσε στο διπλανό γραφείο την ίδια διαδικασία με έκανε από έγκριτο πανεπιστημιακό να νιώσω ο μεγαλύτερος μαμάκιας του πλανήτη αφού ο συγκεκριμένος νεοσύλλεκτος δήλωνε 18 ετών και είχε έρθει στο στρατόπεδο με συνοδεία -αντί για τη μαμά- τα τρία του παιδιά.

Ο γαστρεντερολόγος που με παρακολουθούσε εκείνη την περίοδο όταν σε μία επίσκεψη μου, ένα χρόνο πριν τον Αυλώνα, η κουβέντα έφτασε στο στρατό, με είχε ρωτήσει: ''Γιώργο, θες να κάνεις θητεία''; Εγώ, μην γνωρίζοντας πως λόγω αυτοάνοσου είχα την δυνατότητα μόνιμης απαλλαγής είχα μείνει να τον κοιτάζω με ανοιχτό το στόμα, κι όταν εκείνος μου είχε εξηγήσει πως είχα δικαίωμα επιλογής ανάμεσα στο να μην πάω καθόλου και να πάω ως Ι4, είχα ρωτήσει με την σειρά μου: ''Γιατί, υπάρχει κάποιος που θέλει να καταταγεί''; Για να μου απαντήσει πως υπάρχουν μερικοί άνθρωποι, ειδικά από μικρές κοινωνίες της επαρχίας, που ντρέπονται να γνωρίζει ο περίγυρός τους πως δεν έχουν κάνει θητεία και υπηρετούν κανονικά.

Το μειονέκτημα του να μην έχω πάει στρατό

Το βασικότερο που μου έχει λείψει από την, ασυνήθιστη για τον μέσο Έλληνα, σχέση μου με το στρατό είναι πως δεν έχω να διηγούμαι συναρπαστικές ιστορίες με τσουπακάμπρα σε σκηνάκια στο Διδυμότειχο ή εμπειρίες αντίστοιχες με αυτές φίλων που στη θητεία τους διάβασαν τους υπότιτλους από γερμανικές τσόντες σε αναλφάβητους συφάνταρους, έφαγαν μπιφτέκι -συμβουλεύτηκα το 15 λέξεις που χρησιμοποιείς μόνο όταν είσαι φαντάρος- επειδή εκείνος που θα τους αναπλήρωνε στην σκοπιά δεν ήξερε να διαβάζει την ώρα ή γνώρισαν ανθρώπους στην κοινή θητεία τους στο ναυτικό που δεν είχαν δει ποτέ ξανά θάλασσα. Κατά τ' άλλα, όπως μου λένε όσοι έχουν πάει στρατό, είμαι πολύ τυχερός, ενώ δεν έτυχε να συναντήσω ποτέ κάποιο γραφειοκρατικό πρόβλημα. Ακόμα κι αν κάποια στιγμή θελήσω να κάνω τα χαρτιά μου για το Δημόσιο, το 'απολυτήριο' του στρατού με καλύπτει.

Οι ιστορίες του πατέρα μου -όπως των περισσοτέρων αντίστοιχης ηλικίας- με την σχεδόν τριαντάμηνη θητεία την περίοδο της δικτατορίας, αλλά και οι επαναλαμβανόμενες διηγήσεις φίλων και συγγενών σε εξόδους που αν είσαι γυναίκα ή άντρας που δεν έχει υπηρετήσει, καταλήγουν πιο βαρετές από το να τρως βραστά κολοκύθια βλέποντας κρίκετ με έχουν κάνει να νομίζω πως έχω υπηρετήσει κι εγώ κανονικά. Πως έχω πάρει δέκα κιλά, γιατί αντί να τρώω τον Γκοτζίλα που μας σέρβιραν στην μονάδα παράγγελνα κάθε μέρα σουβλάκια, πως εξαιτίας ενός γιωτόμπαλου έκανα κάθε μέρα υπηρεσίες. Πως είχα ένα κωλόβισμα που ερχόταν μία φορά το μήνα στη μονάδα.

Ένα βύσμα, που από ό,τι έχω καταλάβει θα με πείραζε -όπως και γενικότερα στη ζωή- μόνο και μόνο επειδή ήταν μεγαλύτερο από το δικό μου, αφού δεν έχω σχεδόν κανένα άντρα στον κύκλο μου που να μην έχει κάνει βυσματική θητεία. Δεν συναναστρέφομαι με γιους υπουργών, αλλά οι συνομήλικοι φίλοι και γνωστοί μου έκαναν το μεγαλύτερο τμήμα της θητείας τους πλάι στο σπίτι τους, σε αποστάσεις που καλύπτονταν με τα πόδια ή το πολύ μία αστική συγκοινωνία, έμεναν σε δωμάτια με πιάνο στο ναυτικό ή άναβαν το καντήλι του Αγίου Γεωργίου μια φορά την εβδομάδα στο ετοιμοπόλεμο οχυρό του Λυκαβηττού.

Με το στρατό, ειδικά την τελευταία εικοσαετία, να συμβάλει στον ανδρισμό ενός αρσενικού όσο το να αρχίσει να μιμείται τον Dan Bilzerian, με την ανέκαθεν πίστη μου πως ο στρατός είναι όσο χρήσιμος όσο τα ανταλλακτικά της ξύστρας στη σχολική μας τσάντα και την ανάλογη επιβεβαίωση από όσους έχουν κάνει θητεία, δηλώνω πολύ τυχερός και περήφανος που δεν χρειάστηκε να υπηρετήσω. Πέρα, όμως, από τις συναρπαστικές ιστορίες που δεν έχω να διηγούμαι μου λείπει και κάτι ακόμα. Ότι δεν άκουσα ποτέ το παρακάτω κομμάτι κι ακόμα κι αν έκανα σκοπιά με φόντο την Μεσογείων, δεν μπόρεσα να βιώσω ούτε 1% στο πετσί μου το παρακάτω κομμάτι:

oneman.gr