Δευτέρα, 2 Οκτωβρίου 2017

Απαγωγή Λεμπιδάκη: Αυτά είναι τα πρώτα λόγια που είπε ο Λεμπιδάκης στους αστυνομικούς

Όλα άρχισαν τον περασμένο Ιούλιο με ένα αστυνομικό μπλόκο πάνω στα Σφακιά. Η αστυνομική περίπολος σταμάτησε τρία άτομα τα οποία όλως περιέργος δεν είχαν κινητό τηλέφωνο πάνω τους, στοιχεία των τριών αυτών ατόμων άρχισαν να ξεδιπλώνουν βήμα-βήμα τις επαφές και τις σχέσεις τους με αφετηρία τα χωριά τους. 

Οι έρευνες επεκτάθηκαν σε ομόκεντρους κύκλους και κάποια στιγμή τα άτομα αυτά βρέθηκαν να παρακολουθούνται με τον κοριό της υπηρεσίας πληροφοριών.

Τα πρώτα λόγια του Λεμπιδάκη

«Σας ευχαριστώ. Δεν το πιστεύω πως με σώσατε» φέρεται να είπε ο επιχειρηματίας στους αστυνομικούς, όπως αναφέρει το flashnews.gr. Μάλιστα, κατά τις ίδιες πληροφορίες, ο Λεμπιδάκης έκλαιγε με λυγμούς την ώρα που η αστυνομία τον απελευθέρωνε, μην μπορώντας να συνειδητοποιήσει ότι το θρίλερ της απαγωγής του έλαβε τέλος. 

Παράλληλα, και αφού η υπηρεσία σιγουρεύτηκε πως τα τρία αυτά άτομα, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, έχουν σχέση με τους απαγωγείς, στον 7ο όροφο του υπουργείου Δημοσίας Τάξης (ασχολείται με τις επικοινωνίες) στήθηκε μία ιδιότυπη επιχείρηση αποπροσανατολισμού των απαγωγέων μέσω στοχευμένων διαρροών. Όπως αναφέρουν καλά ενημερωμένες πηγές στο zougla.gr, οι διαρροές αυτές είχαν σκοπό να αποσυντονίσουν τους απαγωγείς δημιουργώντας ένα πλέγμα ασφαλείας μεταξύ των κακοποιών. Με λίγα λόγια οι αστυνομικές αρχές διέρρεαν πως δεν υπάρχει καμία πρόοδος στις έρευνες, πως δεν γνωρίζουν πολλά πράγματα για το κρησφύγετο όπου κρατείται ο Μιχάλης Λεμπιδάκης κλπ. 

Στη δημοσιότητα δόθηκαν οι πρώτες φωτογραφίες του Μιχάλη Λεμπιδάκη, μέσα στο αστυνομικό όχημα, αμέσως μετά τον τερματισμό της ομηρίας του.


Τους «πρόδωσαν» τα πολλά λόγια

Σύμφωνα με ανώτερα στελέχη της ΕΛ.ΑΣ., υπήρξε και ένας απροσδόκητος σύμμαχος. Η φλυαρία. Δεν ανέμεναν στα ανώτερα κλιμάκια της αστυνομίας πως οι εμπλεκόμενοι στην απαγωγή θα «μιλούσαν τόσο πολύ μεταξύ τους». Πιο συγκεκριμένα, οι εμπλεκόμενοι στην εγκληματική οργάνωση επαναλάμβαναν στους δικούς τους ανθρώπους, ιδιαίτερα στις συντρόφους τους, τη φράση «δεν μπορώ να σου πω».

Έπειτα από αλλεπάλληλες ακροάσεις, αυτό το «δεν μπορώ να σου πω» κατέληξε να γίνει ο συνδετικός κρίκος μεταξύ των προσώπων που βρίσκονταν υπό παρακολούθηση. Ο κλοιός είχε αρχίσει να σφίγγει γύρω από τον συνολικό αριθμό των δραστών αλλά η ΕΛ.ΑΣ. ανέμενε να επέμβει τη στιγμή που θα έκρινε πως θα ήταν η καταλληλότερη για την ασφάλεια του Μιχάλη Λεμπιδάκη. Η ΕΛ.ΑΣ. γνώριζε ότι οι απαγωγείς άλλαζαν τακτικά στέκια και ακόμη πιο συχνά ξεφορτώνονταν τις τηλεφωνικές συσκευές τους. Τα σχήματα ωστόσο επικοινωνίας που είχαν χαρτογραφηθεί από τα στελέχη της αστυνομίας δεν άφηναν πολλά περιθώρια για λανθασμένες εκτιμήσεις. 

Η αστυνομική επιχείρηση

Έτσι μετά την τελευταία επικοινωνία των απαγωγέων  με την οικογένεια Λεμπιδάκη και την απρόσμενη δραστική μείωση των λύτρων που απαιτούσαν, τα στελέχη της ΕΛ.ΑΣ. απεφάνθησαν πως έφτασε η ώρα για την τελική επιδρομή. Έτσι και έγινε όταν ο Μιχάλης Λεμπιδάκης μεταφέρθηκε από τους απαγωγείς του στη μάντρα του Μανώλη Κλάδου, γνωστού με το ψευδώνυμο Δράκος, στην επαρχία Ρεθύμνης. 

Δεν πίστευαν ωστόσο οι αστυνομικοί ότι στο σημείο της επιδρομής θα βρισκόταν νωρίς το πρωί και μία κοπέλα 16 χρονών η οποία κατά τα φαινόμενα, διαδραμάτιζε τον ρόλο του οπερατέρ στις μαγνητοσκοπήσεις του Λεμπιδάκη που αποστέλλονταν ως πειστήρια για το ότι βρίσκεται εν ζωή στην οικογένειά του.

«Η επέμβαση ήταν ευκολότερη απ' ότι είχαμε υπολογίσει» ομολόγησε ένας αξιωματικός της ΕΛ.ΑΣ. αμέσως μετά το ρεσάλτο του ειδικού κλιμακίου στο Ρέθυμνο. Το κλιμάκιο διέθετε θερμικές κάμερες έτσι ώστε να υπάρχει πλήρης εικόνα του εσωτερικού χώρου όπου κρατείτο ο επιχειρηματίας και αξιόπιστη καταγραφή του αριθμού των ατόμων που βρίσκονταν γύρω από αυτόν. Ο αιφνιδιασμός ήταν απόλυτος και δεν «άνοιξε ρουθούνι».

Φωτογραφίες από το κρησφύγετο των απαγωγέων


Οι εμπλεκόμενοι

Οι συλληφθέντες όπως πρώτο δημοσίευσε το zougla.gr είναι οι: Παντρεμένος, Κλάδος, Σωπάσης, Μαμαλάκης, Γλινιαδάκης και Πολομαρκάκης. Στην ίδια υπόθεση εμπλέκεται και η ανήλικη κόρη ενός εκ των απαγωγέων. Οι περισσότεροι από τους συλληφθέντες κατάγονται από τα Λιβάδια Μυλοποτάμου, ενώ και οι επτά ανακρίνονται προκειμένου να εντοπιστούν κι άλλα μέλη της σπείρας αλλά και για να διαλευκανθεί το οδοιπορικό της απαγωγής. 

Στην υπόθεση φέρονται να εμπλέκονται συνολικά περισσότερα από 10 άτομα, ο ρόλος των οποίων διερευνάται. Όσον αφορά δε στον κ. Σκαρλάτο, άτομο που είχε εμπλακεί στην απαγωγή του Π. Παναγόπουλου, πληροφορίες ανέφεραν ότι ελέγχεται για την απαγωγή του επιχειρηματία Λεμπιδάκη, ωστόσο ο ίδιος το αρνείται. Ανάμεσα στους εμπλεκόμενους βρίσκονται και δύο πρώην υπάλληλοι του επιχειρηματία.

Πάντως, ως προς τα πρόσωπα που ελέγχονται για τον βαθμό εμπλοκής τους στην απαγωγή, δύο περιπτώσεις προκαλούν έντονο ενδιαφέρον. Η πρώτη αφορά στον κ. Σκαρλάτο ο οποίος είχε καταδικασθεί για την συμμετοχή του στην απαγωγή Παναγόπουλου και τώρα ελέγχεται χωρίς όμως μέχρι στιγμής να έχει προκύψει κάτι, ενώ η δεύτερη αφορά στον Γλυνιαδάκη ο οποίος σύμφωνα με πληροφορίες βρισκόταν στην φυλακή και αποφυλακίστηκε σχετικά πρόσφατα.

H μάντρα όπου κρατείτο όμηρος ο επιχειρηματίας
H μάντρα όπου κρατείτο όμηρος ο επιχειρηματίας

Το σύνολο σχεδόν των συλληφθέντων αλλά και άλλων ατόμων που έχουν προσαχθεί για ανάκριση προέρχονται από την ευρύτερη περιοχή Μυλοποτάμου και πιο συγκεκριμένα από τα Λιβάδια. Παρόλα αυτά υπάρχουν και άτομα που προέρχονται από την ευρύτερη περιοχή των Σφακίων. Σημειώνεται ότι στις περιοχές αυτές, δηλαδή από τα Σφακιά μέχρι το οροπέδιο Μυλοποτάμου υφίστανται πολλές συγγένειες μεταξύ των κατοίκων, κουμπαριές και παραδοσιακές φιλίες μεταξύ οικογενειών.  

Αυτό το δίκτυο των σχέσεων και επαφών προσέδιδε ιδιαίτερη ασφάλεια στους απαγωγείς κατά τις μετακινήσεις τους και τις αλλαγές στα κρησφύγετα τους. 

Αργότερα, καταθέτοντας στους αστυνομικούς ανέφερε πως «Πάντα με είχαν δεμένο με αλυσίδα. Ή στα χέρι ή στο πόδι, σαν σκυλί» αναφέρει στην κατάθεσή του, ενώ πρόσθεσε πως «μου άλλαξαν 5 κρησφύγετα. Αυτό που με βρήκατε ήταν το 6ο. Κάθε φορά που έμπαιναν μέσα στο δωμάτιο ήταν δύο άτομα που φορούσαν κουκούλες. Δεν μου ασκούσαν βία, αλλά πάντα μου τόνιζαν ότι θα έχω κακό τέλος. Για να μου αλλάξουν κρησφύγετα μου έβαζαν μια κουκούλα και με έβαζαν σε ένα αυτοκίνητο. Δεν έβλεπα όμως ούτε πού πήγαινα ούτε που έμπαινα».