Τρίτη, 16 Ιανουαρίου 2018

«Ήθελαν τη Δώρα Ζέμπερη νεκρή γιατί ενοχλούσε τους πελάτες του δικηγόρου»

Τι ισχυρίστηκε ο 58χρονος κατηγορούμενος για τη δολοφονία στο νεκροταφείο

Στη νέα εκδοχή του επέμεινε στη συμπληρωματική του απολογία ενώπιον του ανακριτή ο 58χρονος κατηγορούμενος για τη δολοφονία της εφοριακού Δώρας Ζέμπερη εμφανίζοντας ως κεντρικό πρόσωπο στην υπόθεση γνωστό δικηγόρο και πρώην βουλευτή.

Ο κατηγορούμενος παρέμεινε στο γραφείο του δικαστικού λειτουργού 4,5 ώρες και κατά τη διάρκεια της απολογίας του ισχυρίστηκε πως η επίθεση σε βάρος της άτυχης κοπέλας ήταν κατά παραγγελία. Με το δέλεαρ των 30.000 ευρώ για να φτιάξει το καΐκι του, όπως ισχυρίστηκε στον ανακριτή ο 58χρονος, δέχτηκε την πρόταση που του έκανε τον περασμένο Σεπτέμβριο ο γνωστός δικηγόρος προκειμένου να «βγάλει από το μέση» την άτυχη κοπέλα επειδή «κάνει ζημιά στους πελάτες του που είναι διεθνούς κύρους». Το σχέδιο, ωστόσο, όπως είπε, ήταν να τραυματίσει την κοπέλα προκειμένου να τη «βγάλει από τη μέση για 3-4 μήνες πριν το 2018».

Αυτό που ήθελαν, φέρεται να είπε ο κατηγορούμενος ήταν ένα στικάκι που η εφοριακός είχε στην τσάντα της. «Την ήθελαν νεκρή γιατί ενοχλούσε τους πελάτες του δικηγόρου», ισχυρίστηκε. Ο 58χρονος περιγράφει τα ραντεβού του με τον δικηγόρο τον οποίο κατονομάζει αλλά και έναν συνεργάτη του με το όνομα Χάρη ο οποίος, όπως λέει, φορούσε περούκα. Του έδωσαν ακόμη και το μαχαίρι του φόνου ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος ενώ του ζήτησαν να πουλήσει το κινητό και να κάψει την τσάντα της 32χρονης «και το περιεχόμενό της και να του φέρω τις στάχτες. Το έκανα αλλά άφησα τη στάχτη στο οικόπεδο. Την άλλη μέρα προμηθεύτηκα στάχτη από αθίγγανους και την πήγα στο Χάρη».

Ο κατηγορούμενος είπε στον ανακριτή ότι προσπάθησαν να τον δολοφονήσουν με ποντικοφάρμακο και επέμεινε στο σενάριο «ότι την κοπέλα την χτύπησαν θανάσιμα κάποια άλλοι άγνωστοι δράστες καθώς περπατούσε στο διάδρομο του νεκροταφείου».

Απαντώντας στο κρίσιμο ερώτημα γιατί δεν μίλησε νωρίτερα ισχυρίστηκε ότι δεν το έκανε γιατί φοβόταν για την κόρη του η οποία «τώρα είναι ασφαλής».

Αναλυτικά στη συμπληρωματική του απολογία υποστηρίζει:

Μετά τις 17 Σεπτεμβρίου είχα πάει στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών να δηλώσω αλλαγή κατοικίας. Εκεί συνάντησα τυχαία τον δικηγόρο, τον οποία είχα γνωρίσει στον Κορυδαλλό όπου κρατούμουν προσωρινά για υπόθεση ναρκωτικών. Είχε ακούσει την υπόθεση κατά τη συζήτηση που είχα με τον συνήγορό μου, είχαμε έκτοτε διασταυρωθεί στον Κορυδαλλό και είχαμε ανταλλάξει χαιρετισμό. Κατά τη συνάντηση στην Ευελπίδων μου είπε: «Μανώλη δε σε βλέπω καλά, πίνεις κάτι;». Εγώ του απάντησα ότι παίρνω πρέζα. Του είπα ότι θέλω να φτιάξω το καΐκι μου και μου είπε ότι έχει λύση στο πρόβλημά μου. Μου έδωσε 40 ευρώ και μου ζήτησε να τον περιμένω σε ένα καφέ απέναντι από την Ευελπίδων, αλλά να καθίσω έξω. Έπειτα από 45 λεπτά ήρθε αρχικά ο Χάρης και μετά ο δικηγόρος. Μου είπε ότι έχει μια πρόταση για μένα την οποία αν δεχόμουν θα έβγαζα 30.000 ευρώ. Έπρεπε να όμως να απαντήσω πριν μου πει περί τίνος επρόκειτο.

Δέχτηκα την πρότασή του και μου τότε μου είπε ότι υπάρχει μια κυρία που έχει κάνει πολύ κακό, έχει πετάξει οικογένειες στο δρόμο και ότι κάνει ζημιά στους πελάτες του οι οποίοι είναι διεθνούς κύρους. Μου είπε να τη βγάλω από τη μέση για 3-4 μήνες πριν το 2018. Στη συνέχεια μου είπε ότι: «Σήμερα ο Χάρης θα σου δώσει μια φωτογραφία και κάποια λεφτά και άλλη στιγμή θα σου δώσει ένα μαχαίρι το οποίο θα σου δείξει πως θα το χρησιμοποιήσεις». Εγώ του είπα ότι αυτό που ζητάει έχει ισόβια και ότι δεν αντέχω στη θέα του αίματος. Τότε μου απάντησε ότι δεν πρέπει να ανησυχώ και έβγαλε από έναν ντοσιέ ένα φύλλο χαρτί και μου έκοψε ένα χαρτάκι και μου είπε να πάρω το μισό εκείνη τη στιγμή και το άλλο μισό την επόμενη μέρα. Έδωσα τηλέφωνο και διεύθυνση, ο δικηγόρος μου έδωσε 350 ευρώ για να πάρω ηρωίνη κι έφυγε.

Το απόγευμα στη στάση απέναντι από την Ευελπίδων συνάντησα τον Χάρη, ο οποίος είναι λίγο πιο ψηλός από μένα, γύρω στα 45-50 κι εκείνη την ημέρα φορούσε καστανοκόκκινη περούκα, είχε μούσι και μουστάκι. Στη συνέχεια διαπίστωσα ότι είναι φαλακρός. Κατά τη συνάντηση μου είπε ότι πρέπει να παίρνω μισό χαρτάκι τη μια μέρα και μισό την άλλη. Κάθε τρίτη ήμερα ηρωίνη. Μου έδωσε φάκελο με τη φωτογραφία της κοπέλας και 6.000 ευρώ. Μου είπε να την παρακολουθήσω στο Β' Νεκροταφείο και όταν την αναγνώριζα να κάψω τη φωτογραφία όπως και έκανα. Άφηνα το παράθυρο του σπιτιού ανοιχτό για να μου δίνει χαρτάκια και μεθαμφεταμίνη.

Πήγα την επόμενη μέρα στο νεκροταφείο και είδα την κοπέλα στο μνήμα. Δύο εβδομάδες μετά την πρώτη συνάντηση ήρθε ο Χάρης και μου έδωσε ένα μαχαίρι. Μου είπε να βάλω το δάχτυλο στη λεπίδα όταν τη χτυπήσω για να μη μπει πολύ βαθιά. Μετά από δύο εβδομάδες ήρθε ο Χάρης και μου είπε ότι η δουλειά πρέπει να γίνει την επόμενη μέρα γιατί θα είχε αυτή τα στικάκια που θέλανε. Εξάλλου μου είχε πει ο δικηγόρος στην 1η συνάντηση ότι ήθελαν οπωσδήποτε το περιεχόμενο της τσάντας, ενώ το κινητό της θα έπρεπε να το πάω σε ένα κατάστημα να το κάνω ανταλλακτικά. Μου είπε να το πάω σε ένα κατάστημα στην οδό Μενάνδρου, στο οποίο είχα πουλήσει και άλλες συσκευές.

Στις 18 Οκτωβρίου με βρήκε ο Χάρης και μου είπε ότι σήμερα θα γίνει η δουλειά και να πάω στο Νεκροταφείο από τις 3. Μετά από λίγο ήρθε και η κοπέλα. Κάποια στιγμή έβλεπα την τσάντα της κοπέλας αλλά όχι την ίδια και αποφάσισα να πάω να την πάρω χωρίς να της κάνω κακό. Η κοπέλα τελικά με είδε και άρχιζε να φωνάζει «κλέφτης, κλέφτης». Έχασα την ισορροπία μου και έπεσα πάνω της και οι δύο στο έδαφος. Μετά την πάλη, η κοπέλα περπατούσε όταν έφυγα.

Όταν έλαβε έκταση η υπόθεση αναζήτησα τον δικηγόρο στη Λουκάρεως αλλά με απέφυγε. Συνάντησα στην Ευελπίδων τον Χάρη, όπως είχε συμφωνηθεί να γίνει μετά την πράξη, ο οποίος μου ζήτησε να κάψω την τσάντα και το περιεχόμενό της και να του φέρω τις στάχτες. Το έκανα αλλά άφησα τη στάχτη στο οικόπεδο. Την άλλη μέρα προμηθεύτηκα στάχτη από αθίγγανους και την πήγα στο Χάρη.

Τον ξαναείδα στο Μεταγωγών όταν προσπάθησε να μου βάλει στο στόμα ένα χάπι, αλλά δεν το κατάπια. Ήταν ποντικοφάρμακο. Θεωρώ ότι την κοπέλα την χτύπησαν θανάσιμα κάποια άλλοι άγνωστοι δράστες καθώς περπατούσε στο διάδρομο του νεκροταφείου. Την ήθελαν νεκρή γιατί ενοχλούσε τους πελάτες του δικηγόρου. Ο Χάρης πριν μου δώσει το χάπι με χτυπούσε μαζί με έναν άλλο στο Μεταγωγών και το τραβούσε με το κινητό του. Δεν τα είπα όλα αυτά στις προηγούμενες απολογίες μου γιατί φοβόμουν για την κόρη μου, αλλά τώρα είναι ασφαλής».