Προσωπική ιστορία: Δεν είναι όλες οι εγκυμοσύνες στρωμένες με ροδοπέταλα

- Σεπτεμβρίου 14, 2018
Μια αναγνώστρια του Α,μπα αφηγείται την εμπειρία της με την εγκυμοσύνη

Η ιστορία της Μαριλένας Αστεριάδου με τα δικά της λόγια

Η ιστορία μου λοιπόν ξεκίνησε πριν τρία χρόνια που έγινα πρώτη φορά μαμά. (Αυτό θα μπορούσε να είναι μια ιστορία από μόνο του φυσικά, όπως όλες, αλλά το μετά έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον και γι’αυτό γράφω σήμερα). Ήμουν εξ αρχής πολύ χαρούμενη και ένιωθα ήδη από τότε ότι θα ήθελα και δεύτερο παιδάκι κάποια στιγμή. Μου έλειπε για την «ισορροπία» της οικογένειας, όπως την είχα στο μυαλό μου. Αλλά το είχα τοποθετήσει κάπου αόριστα στο μέλλον, ιδανικά μετά τα 3 χρόνια της κόρης μου. Το ίδιο ήξερα ότι ήθελε και ο σύζυγος. Με τη διαφορά όμως ότι, όσο περνούσε ο καιρός, στο δικό του μυαλό άρχισε να συγκεκριμενοποιείται, ενώ στο δικό μου παρέμενε ένα ασαφές μελλοντικό σχέδιο. Έτσι, ενώ το συζητούσαμε πού και πού, εγώ συμφωνούσα αλλά για αργότερα, κι αυτός έλεγε πότε αργότερα; Όταν γεράσω; Σημειωτέον ότι με περνάει και μια δεκαετία.

Τέλος πάντων κάποια στιγμή, πριν η κόρη μας κλείσει τα δύο, αποφάσισα να «υποκύψω» λίγο με μισή καρδιά και λίγο με τη λογική «ας ξεκινήσουμε κι όποτε έρθει». Έλα όμως που ήρθε αμέσως… Και για κάποιο λόγο το ήξερα (μάλλον το φοβόμουν) από την πρώτη στιγμή. Όσο πλησίαζαν οι μέρες της αναμενόμενης περιόδου αγχωνόμουν. Άρχισα να του μιλάω άσχημα, να τον κατηγορώ ότι πήρε μόνος του την απόφαση, έχοντας φυσικά πολλές τύψεις παράλληλα. Άφησα να περάσουν αρκετές μέρες πριν κάνουμε το τεστ. Αμέσως το είπαμε στην οικογένεια, αρκετά χαρούμενοι βέβαια, αλλά και στη μικρή μας, πράγμα που αποδείχθηκε μεγάλο λάθος.

Στην πορεία οι ορμόνες μου άρχισαν να κάνουν πάρτι. Είχα πολλά νεύρα, μεταξύ άλλων και γιατί μέσα μου στην ουσία δεν το είχα αποδεχτεί, ήταν σαν να μου είχε επιβληθεί με το ζόρι. Φυσικά είχα και τύψεις γιατί »ποια μάνα νιώθει έτσι για το παιδί της;» Τα νεύρα και η κούραση άρχισαν να εξελίσσονται σε ομηρικούς καυγάδες, σε αλληλοκατηγορίες και άσχημους χαρακτηρισμούς, σε δραματικές βραδινές αποχωρήσεις και κλάματα κλπ. Ενίοτε άκουγε και η μικρή φωνές πράγμα που μου δημιουργούσε κι άλλες τύψεις. Μέσα μου δεν είχα αρχίσει ακόμα να συνειδητοποιώ τι μου συμβαίνει, όπως στην πρώτη εγκυμοσύνη που τη ζούσα και τη χαιρόμουν από την πρώτη στιγμή. Σε κάθε υπέρηχο συγκινούμουν βέβαια με την καρδούλα, ονειρευόμουν τη στιγμή που θα ήμασταν 4, αλλά παράλληλα είχα και μια άρνηση να το πιστέψω ότι μου συμβαίνει πραγματικά. Η τάση για εμετό ήταν έντονη σε όλο το 1ο τρίμηνο, με αποτέλεσμα να μην πολυτρώω, να χάσω βάρος, να μου κάνουν παρατηρήσεις και γι’αυτό και να νευριάζω ακόμα περισσότερο. Γενικά δεν πρόσεχα καθόλου, είχα στο νου μου ότι όλα θα πάνε καλά όπως την πρώτη φορά και το θεωρούσα δεδομένο. Έκανα όλες τις δουλειές, σήκωνα τη μικρή (η οποία διαισθανόμενη ότι η αποκλειστικότητά της απειλείται είχε προσκολληθεί ακόμα περισσότερο πάνω μου) και γενικά δεν φυλαγόμουν. Σε κάποιο καυγά μάλιστα είχα πει στον άντρα μου μια πολύ άσχημη έκφραση που περιλάμβανε έμμεση προειδοποίηση για «αίμα», θέλοντας να πω ότι με τον τρόπο του μου προκαλούσε σύγχυση που θα μπορούσε να έχει επιπτώσεις στην εγκυμοσύνη.

Έτσι φτάνουμε λίγο πριν ολοκληρωθεί το πρώτο τρίμηνο, όπου μια μέρα νιώθω ένα ξαφνικό πολύ έντονο πόνο στην κοιλιά, ζαλίζομαι απότομα, μου έρχεται σκοτοδίνη και σε λίγο συνειδητοποιώ ότι αιμορραγώ. Τρέχουμε στο νοσοκομείο, όπου οι γιατροί διαπιστώνουν μεγάλη αποκόλληση και με προετοιμάζουν για το χειρότερο. Εγώ αρνούμαι να το πιστέψω, άλλωστε τόσες εγκυμοσύνες έχω ακούσει να συνεχίζονται με αποκόλληση, παρ’ όλα αυτά αγχώνομαι αρκετά. Ο σύζυγος χωρίς καμία ψυχραιμία αλλά με χιλιάδες τύψεις, προσπαθεί να σταθεί δίπλα μου. Νοσηλεύομαι λίγες μέρες (δε νομίζω ότι υπάρχει λόγος να περιγράψω τι σημαίνει αυτό… σπασμένες φλέβες, άγχος για μένα, άγχος για τη μικρή μου, άγχος για το έμβρυο, στενοχώρια για όλη την αναστάτωση της οικογένειας, τύψεις) και μετά βγαίνω. Ευτυχώς το μωρό ακόμα ήταν μια χαρά, αλλά παρέμεινε ένα τεράστιο αιμάτωμα στη μήτρα, το οποίο μου είπαν ότι λογικά σε λίγες ημέρες ή εβδομάδες θα φύγει. Φυσικά μου συστήνουν πλήρη ακινησία και διακοπή του θηλασμού. Θήλαζα ακόμη ως τότε την κόρη μου, πράγμα που γενικά μου ήταν πολύ εύκολο και βολικό (εξάλλου μόνο 2 φορές τη μέρα γινόταν πλέον), αλλά στην εγκυμοσύνη λόγω υπερευαισθησίας στις θηλές πονούσα πάρα πολύ και είχα ήδη αρχίσει να προσπαθώ να το κόψω. Όμως με ένα παιδάκι 2 ετών δεν ήταν και τόσο στο χέρι μου. Τέλος πάντων λόγω της κατάστασης η μικρή μου έμεινε αρκετές μέρες μακριά και αναγκάστηκε να προσαρμοστεί. Το βασικό πρόβλημα ήταν το στήθος, αλλά ευτυχώς με τη βοήθεια συμβούλου κατάφερε να προσαρμοστεί και να αδειάσει χωρίς να πάθω μαστίτιδα και έχοντας αποφύγει το θήλαστρο που θα προκαλούσε επικίνδυνες συσπάσεις στη μήτρα.

Για να μην τα πολυλογώ έμεινα συνολικά 40 μέρες σε ακινησία, οι οποίες ήταν οι χειρότερες 40 ημέρες της ζωής μου.

Σε αυτές τις 40 ημέρες έχασα κι άλλο βάρος, δεν άντεχα να φάω σχεδόν τίποτα. Είχα καθημερινή αιμορραγία, πότε πιο έντονη πότε πιο ελαφριά, πήγαινα στην τουαλέτα με φόβο ψυχής για το τι θα δω. Φυσικά όλος ο περίγυρος είχε μπει σε μια μεγάλη αναστάτωση, χρειαζόμασταν μονίμως βοήθεια στο σπίτι. Όσο περνούσε ο καιρός και το αιμάτωμα δεν μίκραινε, προσπαθούσα να μην περάσω την απελπισία μου στους υπολοίπους και κυρίως στη μικρή μου, κατέβαλα τεράστιες προσπάθειες να αποδεχτώ ότι μπορεί να περάσω μήνες ακόμα στην ίδια κατάσταση και το αποτέλεσμα θα ήταν αμφίβολο, αφού κανείς δεν μπορούσε να μου εγγυηθεί ότι όλα θα πήγαιναν καλά ακόμα και με πλήρη ακινησία.

Εν τω μεταξύ, αν και νωρίς, είχα αρχίσει να νιώθω το μωρό, λόγω και της εμπειρίας από το 1ο. Οι κινήσεις που (πίστευα ότι) ένιωθα ήταν μεγάλη ανακούφιση τις στιγμές της απελπισίας γιατί σκεφτόμουν ότι έστω κι έτσι, αυτό αντέχει, και γι’αυτό αξίζει να το παλέψω. Είχα αρχίσει να το νιώθω και να το αγαπάω. Φυσικά οι τύψεις ήταν πάντα εκεί, η αίσθηση ότι «εγώ φταίω» για όλα αυτά δε με άφηνε. Εγώ φταίω που δεν πρόσεχα. Εγώ φταίω που δεν το ήθελα απ’ την αρχή με όλη μου την καρδιά. Εγώ φταίω που τσακωνόμουν και συγχυζόμουν ενώ ήξερα ότι δεν κάνει. Εγώ φταίω που είχα χρησιμοποιήσει τόσο εγωιστικά ως «απειλή» προς τον άντρα μου το ενδεχόμενο αποβολής (λες και περνούσε απ’ το χέρι μου). Εγώ φταίω που τις πρώτες μέρες πριν κάνω το τεστ ήλπιζα κρυφά να αδιαθετήσω. Εγώ φταίω που ούσα έγκυος έτρεχα πέρα δώθε στις δουλειές με καύσωνα, που θήλαζα, που σήκωνα τη μικρή μου, που δεν τα είχα κάνει όλα λίγο καλύτερα. Εγώ φταίω και καλά να πάθω, ας υπομείνω λοιπόν κάποιους μήνες ακόμα γιατί είναι το λιγότερο που μπορώ να κάνω γι’αυτή τη ζωούλα που δε μου έφταιξε σε τίποτα. Και μάλιστα πλέον ήξερα ότι ήταν κοριτσάκι.

Λίγο πριν τη 17η εβδομάδα είχα πάλι έντονη αιμορραγία, ξαναμπήκα στο νοσοκομείο και όταν βγήκα, 3 μέρες μετά, δεν ήμουν πια έγκυος. Η ψυχολογική μου κατάσταση όταν έφτασα να νοσηλευτώ ήταν τόσο άσχημη που οι δικοί μου άνθρωποι είχαν αρχίσει να μου προτείνουν τη διακοπή της κύησης. Σύμφωνα με το γιατρό είχαμε κάθε λόγο να θεωρούμε την κύηση επικίνδυνη και επομένως από νομική άποψη ήμασταν καλυμμένοι, παρά το προχωρημένο της. Το μωρό βέβαια δεν είχε κανένα πρόβλημα, αλλά αυτό το αιμάτωμα που δεν μίκραινε καθόλου, όσο προχωρούσε η εγκυμοσύνη και μεγάλωνε η μήτρα, ήταν σαν εκρηκτικός μηχανισμός που δεν ήξερες πότε θα σκάσει. Θα μπορούσε να προκαλέσει ξαφνικά μια μεγάλη αιμορραγία που θα οδηγούσε σε αποβολή, κι αυτό θα μπορούσε να γίνει σε εβδομάδα που το μωρό ναι μεν θα ήταν βιώσιμο αλλά με σοβαρότατα προβλήματα. Από την άλλη θα μπορούσε να φτάσει έτσι και μέχρι τέλους και όλα να πήγαιναν καλά. Κανείς δεν ήταν σε θέση να μου το εγγυηθεί αυτό. Σύμφωνα με τον άντρα μου, τις τελευταίες μέρες είχα ίδιο χρώμα με τον τοίχο.. Παρ’ όλα αυτά δεν ήθελα ούτε να ακούσω για διακοπή. Θεωρούσα ότι από τη στιγμή που το έμβρυο ήταν υγιέστατο δεν ήταν δική μου δουλειά να αποφασίσω τι θα γινόταν.

Κι έτσι αποφασίστηκε μόνο του. Μετά από μια εφιαλτική νύχτα στο νοσοκομείο, όπου ένιωθα να αιμορραγώ ξαπλωμένη, αλλά δε σηκωνόμουν από φόβο, όπου έσπρωχνα τα λεπτά και τις ώρες να περάσουν προσπαθώντας να μην πανικοβληθώ και όταν πέρασε επιτέλους κάποιος ειδικευόμενος μου είπε απλώς να ηρεμήσω και να περιμένουμε, αφού πέρασε η μαία με το μηχανηματάκι που ακούει την καρδιά και πέρασε αρκετή ώρα χωρίς να τη βρίσκει, με έστειλαν για υπέρηχο. Λίγο πριν μπω μέσα έβαλα τα κλάματα και είπα στον άντρα μου «πάει το μωρό». Το ήξερα ήδη. Και όταν μπήκα και έβαλε ο γιατρός το μηχάνημα, τη στιγμή που έκανε το κλικ στον υπολογιστή και συνήθως μετά απ’ αυτό ακουγόταν το γνωστό ποδοβολητό, ξαφνικά απόλυτη σιωπή… Μετακινεί το μηχανηματάκι, κλικ πάλι, τίποτα… Δεν μου το είπε αμέσως κι αυτός αλλά το είχα καταλάβει. Αυτή η παγωμάρα σήμαινε το τέλος της αγωνίας.

Δεν ξέρω αν έχει νόημα να αναλύσω και τη διαδικασία στη συνέχεια, όπου λόγω προχωρημένης εβδομάδας έπρεπε να γίνει κανονικά τοκετός, με συσπάσεις που πονούσαν πολύ περισσότερο από αυτές που είχα ζήσει την πρώτη φορά,και με ένα ψυχολογικό βάρος πολύ μεγαλύτερο αφού οι πόνοι δε θα οδηγούσαν σε κάτι ευχάριστο. Και μάλιστα νιώθοντας παρατημένη εντελώς από το προσωπικό του νοσοκομείου να σφαδάζω μόνη μου μέχρι να έρθει η ώρα να σπρώξω και να νιώσω το νεκρό παιδί μου μια και μοναδική φορά σ’ένα πολύ άβολο σημείο. (Δεν ήθελα να το δω, αν και με ρώτησαν. Και μετά είχα λίγες τύψεις ακόμα και γι’αυτό.)

Φυσικά όλοι ανακουφίστηκαν που τελείωσε η περιπέτεια και μάλιστα που αυτό έγινε μόνο του και δε χρειάστηκε να πάρουμε δύσκολες αποφάσεις. Με τη μικρή μου ήταν αρκετά επώδυνο να της εξηγήσω τι έγινε, έστω σε γενικές γραμμές και απλοϊκά, γιατί είχε μάθει ότι εκεί υπάρχει το «μωράκι της» και το χάιδευε. Όμως γενικά από την πρώτη στιγμή επικρατούσε ένα κλίμα εύθυμο δίπλα μου, δεν με άφηναν στιγμή να σκεφτώ κάτι άλλο, μιλούσαν συνέχεια για κάθε άσχετο θέμα για να είναι μονίμως το μυαλό μου απασχολημένο αλλού. Βοήθησε και η εποχή, πήγαμε διακοπές, είδαμε συγγενείς και φίλους κι έτσι πέρασε ένα αρκετά μεγάλο διάστημα στο οποίο αποφεύγαμε συστηματικά με τον άντρα μου να το επεξεργαστούμε. Ο ίδιος σίγουρα το έζησε πολύ διαφορετικά και επειδή δεν ήξερε αν και πώς έπρεπε να με προσεγγίσει, δεν έλεγε τίποτα. Από την άλλη, εμένα μέσα μου όλο αυτό κάπου κλωτσούσε. Ήθελα να πω όλα αυτά τα πράγματα που είχαν καταπιεστεί μέσα μου και δεν έβρισκαν διέξοδο. Ένα βράδυ τα είπα, αλλά εξακολούθησα να αμφιβάλλω για το πόσο τα κατάλαβε. Μάλλον τα κατάλαβε όπως ακούς μια ιστορία ενός άλλου και λες «πωπω, σοβαρά» αλλά σε καμία περίπτωση δεν νιώθεις όπως ένιωσε, γιατί δεν το βίωσες και δεν υπάρχει περίπτωση να νιώσεις ακριβώς το ίδιο. Επίσης με φίλες μου μίλησα αποσπασματικά και μόνο για μεμονωμένα συναισθήματα αυτής της περιόδου, για τα πιο «αποδεκτά» από αυτά. Λένα, να είσαι καλά που με έβαλες στη διαδικασία να τα γράψω, γιατί έτσι είδα πιο καθαρά τις σκέψεις μου.

Για αρκετούς μήνες μετά παρέμενε μια ένταση μεταξύ μας, σκεφτόμουν πόσο ωραία θα ήταν να είχε πάει καλά εκείνη η εγκυμοσύνη. Ήθελα να ξαναπροσπαθήσουμε αλλά έτρεμα στην ιδέα να ξαναπάει κάτι στραβά. Σκεφτόμουν ακόμα πιο έντονα τα χρόνια που περνάνε, τη διαφορά ηλικίας που θα έχει το μελλοντικό μωρό με τη μικρή μου, σκεφτόμουν πόσες αντοχές θα έχουμε ως γονείς. Σκεφτόμουν ότι άργησα αλλά και πάλι τι να κάνουμε, συμβαίνουν τέτοιες ατυχίες. Σκεφτόμουν ότι κανείς δεν μου εγγυάται ότι αν προσπαθήσω θα έρθει πάλι αμέσως κι αν δεν έρθει θα αγχωθούμε. Σκεφτόμουν ότι κάποιος μας χρωστάει ένα μωρό, μετά πάλι ένιωθα ότι είμαι αχάριστη γιατί άλλοι προσπαθούν χρόνια για το πρώτο κι εμείς μιλάμε για το δεύτερο. Σκεφτόμουν πόσο απομακρυνθήκαμε ουσιαστικά από τον άντρα μου, αντί να έρθουμε πιο κοντά με όλο αυτό (μα γιατί; έτσι δεν υποτίθεται ότι γίνεται; Αυτό αποκαλύπτει βαθύτερα προβλήματα μήπως; Αλλά όχι, δεν έπρεπε να το σκέφτομαι τώρα αυτό, τώρα επείγει το μωρό μας, θα τα λύσουμε αργότερα αυτά). Αν και ήξερα πόσο λάθος ήταν όλα αυτά δεν μπορούσα να τα αποφύγω, γύριζαν στο κεφάλι μου.

Για μεγάλο διάστημα ένιωθα μια τρύπα στην καρδιά. Ήθελα τόσο πολύ να ξέρω ότι την επόμενη χρονιά θα είχαν περάσει όλα και θα ήμασταν περισσότεροι και πιο ευτυχισμένοι! Κι ας γκρινιάζουμε για τις δουλειές, κι ας μας βγάζει την ψυχή το νήπιο μαζί με νεογέννητο στο σπίτι. Δεν τολμούσα καν να το σκεφτώ, για να μην το «γρουσουζέψω» κατά κάποιο τρόπο. Ευτυχώς σύντομα μιλήσαμε πολύ με τον άντρα μου, ξεγυμνωθήκαμε ψυχικά ο ένας απέναντι στον άλλο όπως ποτέ πριν και εν τέλει δεθήκαμε ακόμα περισσότερο. Και μετά απ’ αυτό, σε λίγους μήνες ήρθε και η επόμενη εγκυμοσύνη. Αυτή τη στιγμή έχει περάσει το πρώτο «επικίνδυνο» τρίμηνο και, αν και παραμένει ένας μόνιμος φόβος, είμαστε πιο αισιόδοξοι. Ανασάναμε ξανά.

Το συμπέρασμά μου μετά απ’ αυτή την τραυματική εμπειρία είναι ότι ισχύει το κλισέ, κάποια πράγματα αν δεν τα βιώσεις δεν μπορείς να τα καταλάβεις. Ακόμα κι ένα έμβρυο, όσο νωρίς κι αν είναι, είναι το παιδί σου. Ο πόνος αν το χάσεις είναι απερίγραπτος και μπορεί να έχει απρόβλεπτες συνέπειες στην ισορροπία της οικογένειας.
 

Πληκτρολογηστε και πατηστε αναζητηση