«Ανοίγεις μια ζωή το λάκκο σου κι ύστερα περιμένεις κάποιος να σε σπρώξει μέσα για να του φορτώσεις την ευθύνη»

- Μαΐου 22, 2019
Η Αλκυόνη Παπαδάκη είναι Ελληνίδα συγγραφέας. Γεννημένη στην Κρήτη, με πατέρα δάσκαλο, πέρασε δύσκολα παιδικά χρόνια. Το πρώτο της βιβλίο, με τίτλο “Κόκκινο σπίτι” το εξέδωσε με δικά της χρήματα. Από τα 45 της, κάθε δεύτερο χρόνο εκδίδει από ένα μυθιστόρημα. Ο τρόπος γραφής της είναι λυρικός και επικεντρωμένος στην ανθρωποκεντρική λογοτεχνία.

«Δε φοβήθηκα ποτέ μου τη βροχή. Φοβήθηκα πολλές φορές όμως αυτούς που μου φώναζαν να γυρίζω πίσω για να μου δώσουν μια ομπρέλα.»

«Έμαθα να χτίζω τείχη όχι για να εμποδίσω κάποιους να μπουν στη ζωή μου, αλλά για να δω ποιοι θα σκαρφαλώσουν για να μπουν στην καρδιά μου…»

«Να γλείφεις τ’ ακριβό σου ψεματάκι και να το απολαμβάνεις, σαν ώριμο καρπό. Μόνο να ξέρεις, πως όταν φτάσεις στο κουκούτσι, πρέπει αμέσως να το φτύσεις. Μην ξεχαστείς και γλείφεις σαν ηλίθιος μια ζωή κουκούτσια.»

«Ίσως και να σε συμπαθούσα, αν παρέμενες μια απλή
σουπιά. Αλλά όχι και να προσπαθείς να γράψεις
ιστορία με το μελάνι σου.»

«Κι αν θες να ξέρεις, δεν υπάρχουν ούτε τόσο καλοί, ούτε τόσο κακοί. Όλοι είμαστε λίγο απ’ όλα. Ανάλογα με το τοπίο, αλλάζουμε μορφή. Κάπως σαν τους χαμαιλέοντες.»

«Είναι μερικοί… εκεί κοντά στα μεσάνυχτα, που ξύνουν το σκοτάδι με τα νύχια τους και βρίσκουνε κομμάτια φως.»

«Ο χρόνος δικάζει. Άλλοτε γράφει κι άλλοτε διαγράφει.»

«Η τελειότητα που πλασάρουν κάποιοι και η μεγάλη
ισορροπία με ξενερώνουν. Στεγνώνει το στόμα μου. Δεν αντέχω.
Θέλω μια ρωγμή εγώ στην ψυχή, να μπαίνει μέσα η βροχή.
Ένα σηκωμένο κεραμίδι, που να μπορούν να χτίσουν τη φωλιά τους τα πουλιά.»

«Γιατί έτσι είμαι εγώ. Ή αδειάζω το ποτήρι μου ή δεν το λερώνω καθόλου.»
«Υπάρχουν τρία είδη ανθρώπων. Αυτοί που σέρνονται με τα τέσσερα πίσω από την μοίρα τους, αυτοί που την πιάνουν από τα κέρατα και την αλλάζουν, με όποιο κόστος, κι αυτοί που απλώς την ακολουθούν, φυτεύοντας όμως σε κάθε σωρό σκατά που συναντούν κι από μια τουλίπα.»

«Η ανησυχία είναι σαν κουνιστή πολυθρόνα. Σου δίνει κάτι να κάνεις αλλά δε σε πάει πουθενά».

«Σχεδόν τίποτα. Σχεδόν καλά. Σχεδόν μαζί.
Σ’ αυτή τη λέξη, την πονηρή, ναυάγησε ολόκληρη η ζωή σου!
Τι κρίμα! Κι ήταν, σχεδόν, δυο βήματα η στεριά!»

«Είναι μερικοί άνθρωποι που, όταν πέσει στα χέρια τους η χαρά, δεν ξέρουν πως τους ανήκει. Και σαστίζουν. Τη φέρνουν από δω, τη γυρνάνε από κει, ώσπου ανοίγουν ένα λάκκο και τη θάβουν, όπως κάνουν με τα κόκαλα τα σκυλιά.»

«Ανοίγεις μια ζωή το λάκκο σου, με νύχια και με δόντια, κι ύστερα περιμένεις κάποιος να σε σπρώξει μέσα για να του φορτώσεις την ευθύνη.»

«Λένε πως όταν φτάσεις στον πάτο του πηγαδιού, δεν έχεις αλλού να πας. Αναγκαστικά, αν δεν πνιγείς, ανεβαίνεις. Λάθος! Υπάρχουν μερικοί που κάνουν και γεώτρηση!»
 

Start typing and press Enter to search